Τετάρτη, Δεκεμβρίου 21, 2005

Tο Νησί ......................................................................
.....................................................................................

I

Πρώτα, από κάπου μακριά, τα κοκόρια. Λεπτές ψιλές
ανοίγοντας ρωγμές στης σιγαλιάς το άφωνο ασήμι,
απλόχωρες πλέκοντας θηλιές από ήχο φεγγοβόλο,
στου αργάτη το τραγούδισμα τη μέρα που σηκώνει,
ενώ η Αφροδίτη, πάντα νεαρή κι όμως στους αιώνες
δοξασμένη, ψάχνοντας ψηλαφιστά δείχνει το δρόμο.

Κι έπειτα τα γαϊδούρια, αδέξια να πλέκουν νήματα
πιο τραχιά– σηκώστε όσο βαστάτε το φορτίο σας
με ρόγχους, άγριες φωνές και τ’ αγκομαχητά σας.
Πειθήνια να βαδίσετε μέσ’ τις χρυσαφένιες δέσμες,
και σύρετε πάνω από τις κορυφογραμμές το άρμα
που ‘χει γι’ ακόμα μια φορά φορτίο τη συγχώρεση.

Μαζί μ’ αυτά, δίπλα εκεί ακούγεται να ξεχύνεται νερό,
μαζί κι ένα ακατάληπτο κελάρυσμα Ελληνικής λαλιάς.
Οι υδατοφράκτες άνοιξαν, στο καθ’ ένα κανάλι, νερό,
ακριβό περίσσευμα από τις στέρνες του ύπνου,
κατηφορίζει απ’ το βουνό ως όρισαν πως πρέπει
να κυλάει. Στη μέρα επιστρέψαμε, ώρα είναι πια
φυτά μαζί και άνθρωποι να πιουν να ξεδιψάσουν.

Επιστροφή στην ομαλότητα. Μίκρυναν στα πεύκα
τα φαντάσματα, πήραν πάλι τη μορφή της σαύρας.
Στις προαιώνιες πλαγιές μύριες σειρές ξερολιθιές
χαμογελούν στον ήλιο. Πρόσκαιρα σμίγουν στο φως
θάλασσα κι ουρανός τα μπλε τους, στο σμίξιμό τους
φευγαλέα φαίνεται η έδρα της βασιλείας των θρύλων.
Πέρα μακριά. Εδώ κοντά. Πέρα για πέρα αλήθεια.

Έτσι όλα ξυπνούσαν πάντοτε. Ο ήλιος με φως
λούζοντας τα κυπαρίσσια, τις τσάπες, τα δικέλια,
κάνοντας τα κουκουνάρια να γυαλίζουν, ίδιος
όπως στα χρόνια του Ομήρου χάλκευε έμβλημα
σε ασπίδα ήρωα και έτσι με φως του μοίραζε
τη φήμη της παλικαριάς μεσ’ το πεδίο της μάχης.

Μόνο που τότε όπως και τώρα ο Ήλιος δεν ήταν
παρά ένας πλανευτής που τάζει δώρα πιο βαριά
απ’ όσο αντέχουν οι άνθρωποι, ρίχνοντάς τους
σε κυνήγι απατηλό πίσω από πλούτη, δόξα,
ελευθερία και ζωή. Όπως τότε που ο Ίκαρος
σηκώθηκε ψηλά, τόσο ψηλά που η ελευθερία
κλάδεψε στο τέλος τα φτερά του σαν μαχαίρι.

Κι έπεσε δίπλα σ’ αυτό το νησί. Όπου ο καπνός απ’ τα ξύλα
μύριζε όπως και τώρα, όπου οι γυμνοί βράχοι ήταν και τότε
το ίδιο γυμνοί, όπου η σοφία του μόχθου και τότε και τώρα
πάντα ήταν έτοιμη να αναβάλει τα πράγματα για αύριο.
Χωρίς να ζητά από το αύριο ελευθερία, μόνο συγχώρεση.

II

Που κι αυτό ακόμα είναι πολύ. Εδώ, σ’ ετούτο το ορεινό χωριό
το ευλογημένο με δέντρα, πάνω και κάτω του η γύμνια ολούθε,
που στέκει μετέωρο πάνω από ένα πέλαγος που λιώνει
μέσα σ’ έναν ουρανό που κι αυτός μετέωρος στέκει
πάνω από ένα μικρό τρούλο γαλάζιο
που λιώνει κι αυτός, όλο λιώνει
ψηλά και χαμηλά στα γαλάζια.

Εδώ μοιάζει έναν κλειστό κύκλο να βρήκες,
της Καλυψώς τη σπηλιά.
Ορίζοντας πουθενά
πέρα απ’ την αγέλαστη ζεστασιά της σφιχτοδεμένης πέτρας,
πέρα απ’ τη θέρμη της καθημερινής καλημέρας.

Ορίζοντας πουθενά,
αν μέσα σε τούτα τα ασβεστωμένα δωμάτια δεν ήταν,
ανάμεσα στα φλασκιά το κρασί, στις προβιές, στα εικονίσματα,
ένα-δυο γράμματα με ξένη σφραγίδα απ’ το Κλίβελαντ
ή το Ντιτρόιτ, από φτηνά εστιατόρια και κυλικεία,
παντοπωλεία της χονδρικής και πρατήρια καφέ.
Αυτοί ήταν όλοι μεσάζοντες που ‘δειξαν πως
υπάρχει ορίζοντας, διαβαίνοντάς τον, πως
κι αν τον διάβηκαν, δεν έπαψαν
να είναι θείοι και γιοι.

Απ’ τον Όλυμπο κατέβαινε ο αγοραίος θεός, ο Ερμής,
διασπείροντας πληροφορίες κι ειδήσεις. Στην άλλη
άκρη του Ατλαντικού αυτοί τώρα, κύματα ολόκληρα
εισβάλλουν στο ακύμαντο. Εκεί που άλλοτε ήταν
βασίλειο θανάτου, τώρα υψώνονται πύργοι ζωής,
ατσάλι και τσιμέντο που περιφρονούν κι όμως
άθελά τους στηρίζουν αυτά τα καλύβια.

Μέριασε ο Ερμής τους κισσούς που ‘κρυβαν τη σπηλιά της νύμφης,
της έδωσε το τελεσίγραφο κι έφυγε. Όπως σε λίγο θα φύγει ο ήλιος
που κρυφοκοιτάζει τώρα μέσα απ’ τα φύλλα της συκιάς, κι ύστερα
φεύγει, πάει μελαγχολικός να περάσει πάνω απ’ τη Γουόλ Στριτ.
Ομηρικά επίθετα, περίτεχνα παιχνίδια του νου, όμως καρφώθηκαν
αιώνια στη μνήμη. Ιδίως όσα περιείχαν τη λέξη Θεός, μπόρεσαν
και ζωγράφισαν το χρώμα της αλήθειας, χάρη στη δύναμη
που δίνει η συχνή επανάληψη, ή, αν θέλετε πείτε, η άγνοια,
που όμως ακούγεται στα αυτιά μας σαν γνώση.

Όπως όταν λένε πως οι πετεινοί με τα τζιτζίκια τσακώνονται
πόσο να κρατήσει ακόμα η μέρα.
Ή όπως όταν φαίνεται κάποια φωτιά προς τη μεριά της Σμύρνης,
λένε πως είν’ ένας γέρο-φούρναρης που το ναργιλέ του ανάβει.

Η γκρίζα πέτρα ανασαίνει στο φόντο τ’ ουρανού, ένα λυγερό,
σιωπηλό κορίτσι μαζεύει αλάτι απ’ τους βράχους της θάλασσας,
πράσινα ανάμεσα σε πράσινα φυλλώματα, τα σύκα, πουγκιά
με δέρμα απαλό σαν παιδιού, εγκυμονούν. Πάνω σε χαμηλές
πέτρινες στέγες στον ήλιο ξεραίνονται σύκα, σταφύλια,
ντομάτες και ο ιδρώτας κολλάει τα μαλλιά στο μέτωπο.
Μια ψηλή γυναίκα βγαίνει απ’ τους στίχους του Ομήρου,
δρασκελίζοντας καβαλίνες και πευκοβελόνες. Στο χέρι της
κρατάει μια ρόκα, ενώ γύρω-γύρω πετούν πεταλούδες
με ουρές ψαλιδωτές. Μοιάζουν να πετούν προς τα πίσω.
Μοιάζουν. Προς τα πίσω.

‘Έκλεισαν στις στέρνες οι υδατοφράκτες πριν ώρες.
Εκεί που κυλούσε νερό, οι πέτρες είναι τώρα στεγνές,
ενώ οι σκιές μας ολοένα μικραίνουν στον ήλιο. Μπορεί
για τους ζωγράφους να ήταν ένα απλούστατο θέμα.
Αν δεν ήταν δύσκολο. Εδώ το μπλε είναι υπερβολικά
πολύ μπλε. Φυλάει με πείσμα κρυμμένα τα μυστικά του.

III

Έχοντας χορτάσει από κόκκινο, πράσινο, μοβ, ντομάτα, πιπεριά, μελιτζάνα,
ο επισκέπτης πλαγιάζει ανάμεσα στους κουρελιασμένους ίσκιους
κάτω από μία καρυδιά που ο μεσημεριάτικος ήλιος τρυπά
το απαλό πράσινό της.

Τα φύλλα αυτά καθόλου δεν μοιάζουν με τα φύλλα της Αθήνας,
τις σκονισμένες ουρές ποντικιών. Μεσημέρι του Αυγούστου,
και του έρχεται ύπνος. Γαλήνη νιώθει εδώ. Να που τελικά
ο κόσμος δεν είναι ένας μπερδεμένος σωρός από συντρίμμια.

Κι αν δεν υπάρχει Θεός, τουλάχιστον υπάρχουν θεοί, εδώ στην Ελλάδα.
Κι αρχίζουν και γέρνουνε τα βλέφαρά του. Όμως τα όνειρά του ταράζει
αδιάκοπος ο ήχος των τζιτζικιών, σαν πριόνισμα.
Μα δε θα πάψουν ποτέ;

Αν ήταν να μετρούσε και χίλια κι εκατό χιλιάδες προβατάκια,
θα ‘τανε κοκαλιάρικα όλα τους, θα τον κοιτούσαν μ’ εκείνο
το βλέμμα των προσφύγων, το θυμωμένο, το σκοτεινό,

ανθρώπων που δεν έχουνε πέρασμα να διαβούν, που αν και ελεύθεροι,
είναι ελεύθεροι σαν τον αέρα που εξαντλήθηκε κι απόμεινε άδειο κενό.
Και τα τζιτζίκια επιβάλουν, επιβάλουν τον ρυθμό:
τον ζωηρό καλπασμό της απόγνωσης.

Ειδυλλιακή σκηνή; Μπορεί. Κι όμως δεν υπάρχει ακέραιο ειδύλλιο.
Εκεί που ονειρεύεται αισιόδοξος ο επισκέπτης, βρίσκεται
να τρέχει κυνηγημένος. Ξοπίσω του γαβγίζουν

σκυλιά, που γίνονται λύκοι, που γίνονται άνθρωποι κι όλοι τους μοιάζουν
να τρέχουν με παπούτσια που τρίζουν. Μπροστά του ορθώνονται γκρίζοι,
σκυθρωποί βράχοι, κυκλώπειοι, στα ξεραμένα ρυάκια οι πέτρες,
στρογγυλές σαν χελώνες, χοντρές σαν καρβέλια

κι ανάμεσά τους βασιλεύει ο κριτής εν τη δόξη του με μία περούκα
σα βρόμικο πρόβατο, φοβισμένος κι εκείνος, στο πρόσωπό του
χτυπά ένα νεύρο, μοιράζοντας σοφία και προειδοποιώντας

με φωνή πριονοκορδέλας. Επιβάλλοντας τον ρυθμό, επιβάλλοντας
τον ρυθμό. Κι ας διαπέρασε για λίγο ένα αεράκι το άδεντρο όνειρο,
μαζί και το δέντρο που προστατεύει τον ονειρευτή.
Δεν μπόρεσε το λίγο αεράκι να σβήσει

την αλήθεια του πανικού. Όχι δεν είναι ονειροφαντασίες αυτές. Έτσι είναι
ο κόσμος και αυτό το νησί – ένα ξερό καφέ φύλλο τσακίζει απ’ το πράσινο
δέντρο, πέφτει στο ξερό χώμα, με κρότο ξερό, ηχώντας σαν κλήτευση.

Κι υπάρχουν στ’ αλήθεια κρατούμενοι εδώ γύρω στους λόφους, κάποιοι
που αρνούνται και δεν υπογράφουν για την ελευθερία τους, είτε πιστεύοντας
πως τέτοια ελευθερία δεν έχει αξία, είτε γιατί έχουν ξεχάσει, ή ίσως ποτέ τους
δεν γνώρισαν πως είναι να είσαι ελεύθερος.

IV

Οι σκιές μας μακραίνουν τώρα στον ήλιο, ώσπου
να διαλυθούν. Ορίζοντας πουθενά. Τόσο πολύ
φεγγοβολούν θάλασσα κι ουρανός τη μέρα.
Τόσο πυκνό είναι το σκοτάδι τους τη νύχτα.
Κλείνουν μία-μία οι σχισμές. Τα χρώματα
τρέχουν να κρυφτούν. Κι οι ελαιώνες γίνονται
βουβό βελούδο.

Το νερό αργοπορεί. Στα σκαφτά αυλάκια του
κελαρύζει ακόμα βουτώντας, ώσπου λιμνάζει.
Γίνεται λάσπη, ραγίζει η φωνή του και χάνεται
ανάμεσα στους μικρούς αμμουδερούς λόφους
που ίσιωσε στο πέρασμα του. Αυτό χρειάζεται
για να ξαναζήσει η γη. Νέα πάλι θα νιώσει
το βράδυ αυτό, όπως ήταν το πρωί.

Οι σκιές μας περπατούν σε ξυλοπόδαρα, γέρικες
μοιάζουν σαν τις φιλοδοξίες μας. Πολύ πιο νέος ο ήλιος,
αυτός όνειρα δεν βλέπει. Σαν αυτοδημιούργητος θεός,
εκφωνεί τις βασικές του αρχές, επιδεικνύει το χρυσό του
κι ύστερα φεύγει κουνιστός-λυγιστός, χωρίς να μας έχει
αποκαλύψει καμία αλήθεια. Κι ας είναι ακόμα υγρό
το μελάνι στην υπογραφή του.

Η φλυαρία του νερού σιγεί. Πάνω και κάτω απλώνεται
στον ουρανό η δυσανάγνωστη γραφή και ξεθωριάζει.
Τα σκοτάδια συσπειρώνονται. Ο μύλος της νύχτας όλα
τ’ αλέθει ψιλά-ψιλά κομματάκια, μα τίποτα δε μαρτυρά.
Εύθραυστο νεαρό μισοφέγγαρο σκαρφαλώνει ψηλά,
σ’ αυτό το ισχνό φωτεινό τόξο τα πεινασμένα μάτια
θα δουν ένα λαμπρό ολόγιομο κύκλο.

Θα δουν ή θα μοιάζουν να βλέπουν. Θα μοιάζουν.
Έναν ολοκληρωμένο κύκλο κι ένα πλήρες κλείσιμο.
Κάποιο γαϊδουράκι ξεσπά, σειρήνα της ομίχλης
μ’ αλλοιωμένη φωνή σαν από χαλασμένο δίσκο
γραμμοφώνου. Πολύ αδύναμη η έλξη της σελήνης
δεν μπορεί να κινήσει τις σκοτεινές αυτές θάλασσες.
Ανίσχυρα είναι τα θελήματα, ή, αν θέλετε πείτε,
τα καπρίτσια μιας προδομένης θεάς.

Ότι οι θεοί εχθρεύονται τους έρωτες των θνητών
γιατί βγάζουν άχρηστη την αξία της αθανασίας,
η Καλυψώ ήδη γνώριζε προτού ο Ερμής μιλήσει.
Μονάχη κοιμάται από τότε στη σπηλιά. Ενώ
σ’ αυτή τη λαγκαδιά οι χωρικοί κουρασμένοι
στα γυμνά σανίδια ξαπλώνουν, πλάι-πλάι.

Κάποιοι που πάλεψαν πολλά χρόνια να ζήσουν
από αυτά τα χώματα τα φτωχικά, τα βαρέθηκαν,
δεν θέλουν πια να ‘χουν σχέση μ’ αυτόν τον κύκλο
ζωής. Το δειλινό φτάνει σ’ αυτούς πιο αργά οχτώ ώρες.
Το βραδινό τους γεύμα, όπως ο νους τους το πρωί,
βράζει στα γρήγορα. Μα πού είναι του νησιού τους
το λάδι, το κρασί; Πού είν’ η νησιώτικη αργή αρμονία;

Αργή. Σαν τη ζωή. Το ένα μετά το άλλο τ’ αστέρια,
νησιά κι ετούτα, προχωρούν κλιμακωτά, αυστηρά,
ακολουθώντας έναν ήλιο ηττημένο που επιστρέφει,
που μοιάζει να υποχωρεί, τρέχει κυνηγημένος.
Μοιάζει. Να υποχωρεί. Και όμως πορεύεται.
Προς τα εμπρός.

Ο θόλος της νύχτας έχει χαμηλά στο χείλος του φως,
Τα φράγματα του ύπνου είναι γεμάτα ξημέρωμα,
στον ύπνο τους οι πετεινοί είναι έτοιμοι να λαλήσουν,
κι ας κοιμάται το αυτί, το αίμα κυλά κι αφουγκράζεται
του ήλιου τους τροχούς. Γυρίζουν μέσα στη νύχτα
που πνίγει και τρέφει, που κατακρίνει και εμψυχώνει.

(Louis MacNeice, από τη συλλογή Ten Burnt Offerings, Λονδίνο, 1951

- μτφρ. Μ.Σ., επιμ. Α.Κ.Κ., Ικαρία 2005)

2 σχόλια:

a2ge είπε...

Αυτό είναι «Το Νησί», ένα από τα δέκα ποιήματα της συλλογής Ten Burnt Offerings του διακεκριμένου
Αγγλο-Ιρλανδού λόγιου, ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Louis MacNeice (1907-1963), τα οποία
έγραψε στη διάρκεια της 18μηνης παραμονής του στην Ελλάδα (1950-1951). Ο MacNeice ήλθε
στην Ελλάδα μετά από πρόσκληση του συμπατριώτη του, συγγραφέα, περιηγητή και ήρωα
πολέμου, Patrick Leigh Fermor, για να τον διαδεχτεί στη διεύθυνση του Βρετανικού Ινστιτούτου
(παράρτημα τότε του Βρετανικού Συμβουλίου). Φτάνοντας στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1950 και
ενώ περίμενε να αναλάβει επίσημα το νέο του πόστο, ο MacNeice συναντά μια άλλη περιπετειώδη
μορφή, τον Kevin Andrews. Αυτός ο υπερδραστήριος ταξιδευτής, λάτρης της Ελλάδας,
συγγραφέας και ιστορικός (επίσης εξαιρετικός φωτογράφος, μουσικός, φανατικός πεζοπόρος και
κολυμβητής), γνώριζε καλά την Ικαρία και συμβούλεψε τον MacNeice να πάρει το πλοίο και να
περάσει τον Αύγουστο εκεί.

Ακολουθώντας το παραδοσιακό δρομολόγιο (Σύρος, Μύκονος, Αρμενιστής), καθώς και τις
συμβουλές του φίλου του, ο MacNeice κατέληξε στις Ράχες και έμεινε σε κάποιο από τα
στοιχειώδη τουριστικά καταλύματα που υπήρχαν στην περιοχή ήδη από την δεκαετία του 1930.
Όμως το 1950 αυτός κι η γυναίκα του πρέπει να ήταν οι μόνοι παραθεριστές στις Ράχες. Στα βουνά
κρύβονταν αριστεροί αντάρτες, στα χωριά ζούσαν αρκετοί κομμουνιστές πολιτικοί εξόριστοι και ο
ντόπιος πληθυσμός ήταν υπό καθεστώς αυστηρής επιτήρησης. Στρατοκρατία, αστυνομοκρατία,
ψυχολογική βία, διώξεις, κατάφωρες αδικίες.

Και όμως όλα γύρω έμοιαζαν ειδυλλιακά: "ένας κύκλος κλειστός -της Καλυψώς η σπηλιά".

Εκείνη την εποχή ο Woodhouse έγραφε το διαβόητο πολιτικό θρίλερ "Το Μήλο της Έριδος", ο
Kevin Andrews μόλις είχε τελειώσει την "Πτήση του Ικάρου", το δραματικό οδοιπορικό του
ανάμεσα στις γραμμές του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, ο Leigh Fermor στο «Μάνη» και
«Ρούμελη» θα έγραφε για τους παλιούς ορεσίβιους Έλληνες (έναν ολόκληρο κόσμο που χάθηκε,
χτυπημένος από τα δεινά του Εμφυλίου πολέμου). Αντίθετα, ο διακριτικός, πιο μετριοπαθής
MacNeice προτιμά να γράψει ένα ποίημα για ένα μακρινό Ελληνικό νησί που φαινομενικά
ήταν έξω και μακριά από τα ιστορικά γεγονότα.

Κι όμως δεν ήταν έτσι. "Έτσι έμοιαζε..." -για να παραφράσω τα λόγια του ποιητή.

Δεν είμαι ειδικός στη λογοτεχνία, πολύ λιγότερο στην ποίηση. Από τους Αγγλοσάξονες
συγγραφείς της εποχής ξέρω λίγα για τον Dylan Thomas και για μερικούς άλλους ότι γνωρίζω
οφείλεται στον Σεφέρη. Για "Το Νησί" του MacNeice ό,τι γνώριζα ήταν από το βιβλίο του Α.
Παπαλά "Rebels and Radicals -Icaria 1600-2000". Όταν όμως η φίλη μου η Jude που είχε διαβάσει
κι εκείνη το βιβλίο, βρήκε κάπου το ποίημα και μου το έστειλε (με το ακαταμάχητο σχόλιο, "rather
wonderful!"), μόλις το διάβασα με συνεπήρε και αποφάσισα να το προβάλλω.

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις "Το Νησί" γράφτηκε μόλις 50 μ. από το σπίτι μου!

Θα το βρείτε στο: http://our-own-ikaria.blogspot.com/

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1: Ευχαριστώ πάρα πολύ την Μαρία για την τρομερή μάχη που έδωσε για να
μεταφράσει το πολύ δύσκολο Αγγλικό πρωτότυπο.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2: Δεν με ενδιαφέρουν τα πνευματικά δικαιώματα για τη Ελληνική μετάφραση.
Άλλωστε ούτε κι εγώ ζήτησα άδεια για να το μεταφράσω. Σίγουρα όμως το Αγγλικό πρωτότυπο
προστατεύεται με πολύ αυστηρό copyright. Προσέξτε λοιπόν. Αν θέλετε, περάστε από το blog μου
κι γράψτε ελεύθερα τα σχόλια σας. Παραπέμψετε στο blog ως link σε δικές σας σελίδες αν έχετε,
όμως σας παρακαλώ, μην αντιγράψετε αυτούσιο το ποίημα κάπου αλλού. Δεν νομίζω ότι οι
copyright watchers και οι δικηγόροι τους θα δεχτούν το επιχείρημα "μα, γράφει για την Ικαρία!"
Το όνομα του νησιού δεν αναφέρεται πουθενά!

(A.K.K.)

Ανώνυμος είπε...

Την πατησα με τον ποιητη σου! Ήταν κούκλος!
Βοηθεια!... Ειμαι ερωτευμενη με καποιον που πεθανε πριν 37 χρονια!
Γρηγορα τη μηχανη του χρονου!
Ρυθμισε τοπο: Ραχες, Ικαρία, ρυθμισε χρονο: Αυγουστος 1950
Δεν με πειραζει να περπατω πανω απο κοπριες, αν γυρω απο μενα πετουν πεταλούδες κι αυτος ο ανθρωπος με κοιταει και γραφει!

Ελ